Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

"Τόλμα να πλανιέσαι στων ονείρων σου τα ύψη..."




Μια αμυγδαλιά θα ζωντανέψει τη νεκρή γη

Συνέντευξη στη ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Φωτογραφίες ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

«Χώμα τιμημένο, που ’χουν ανασκάψει για να θεμελιώσουν έναν Παρθενώνα, χώμα δοξασμένο, που ’χουν ροδοβάψει αίματα στο Σούλι και στο Μαραθώνα. Κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω, και το ξένο μνήμα θα ’ναι πιο γλυκό σα θαφτείς μαζί μου στην καρδιά μου επάνω, χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό».

Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα του Γεώργιου Δροσίνη που αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι πρόκειται για έναν γνήσιο ποιητή, με καθαρότητα στον λόγο, έναν αυθεντικό Έλληνα με ήθος και αρετή. Αυτόν τον μεγάλο Έλληνα ποιητή και άνθρωπο υμνεί η παράσταση «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη». Ένα έργο που έγραψε με ευαισθησία και σεβασμό η Τούλα Μπούτου, η πρώτη γυναίκα ιατρός – αναισθησιολόγος στην Ελλάδα, η οποία έχει μελετήσει σε βάθος τον Δροσίνη. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Στέλιος Γούτης, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο ερμηνεύει ο Μανώλης Δεστούνης. 
Στο «ζεστό» θέατρο Παραμυθίας συναντήσαμε τους συντελεστές της παράστασης. Μιλήσαμε μαζί τους και μοιραστήκαμε την ανάγκη της δημιουργίας μιας «αμυγδαλιάς» που θα ανθίσει και θα ζωντανέψει τη «νεκρή γη», στην οποία ζούμε σήμερα… «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη» ονομάζεται το έργο που μνημονεύει τον Γεώργιο Δροσίνη.

Γιατί, κα Μπούτου, επιλέξατε τον συγκεκριμένο άνθρωπο; Τι είναι αυτό που βρίσκετε ενδιαφέρον σε αυτόν;
Ο Γεώργιος Δροσίνης εκτός του ότι είναι ένας πολύ σημαντικός ποιητής, γιατί είναι πάρα πολύ εύληπτος, είναι παραδοσιακοί οι στίχοι των ποιημάτων του και αυτό μας βοηθάει να τον απομνημονεύσουμε. Εκτός από αυτό, ο Γεώργιος Δροσίνης ήταν ένα πολύ ζωντανό κύτταρο, προσέφερε πάρα πολλά στην κοινωνία. Έχει κάνει πράγματα που δεν είναι γνωστά σε πολύ κόσμο. Ο οίκος τυφλών, παραδείγματος χάρη, οφείλεται σε εκείνον. Η Σεβαστοπούλειος σχολή οργανώθηκε από τον ίδιο και τον Δημήτριο Βικέλα. Ήταν ένας άνθρωπος πολύπλευρος. Πάντα με συγκινούσε και είχα ασχοληθεί μαζί του πολλά χρόνια και σκέφτηκα ότι, εκτός από το Μουσείο Δροσίνη, δεν είχε γίνει μια θεατρική παράσταση. Θεώρησα καλό, λοιπόν, να την κάνουμε και ευχαριστώ και τον κ. Γούτη τον σκηνοθέτη μας, ο οποίος με κάλυψε πλήρως, αυτό που ήθελα μου το έδωσε, και έτσι έγινε μια πολύ ωραία παράσταση.

Κύριε Δεστούνη, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στην ενσάρκωση του ρόλου;
Έχω και εγώ μέσω της κ. Μπούτου, η οποία μου μετέδωσε την αγάπη της για τον ποιητή, όλο το φάσμα της δουλειάς του και της κοινωνικής του δραστηριότητας. Διάβασα, μελέτησα, είδα τη φυσιογνωμία και προσπαθήσαμε να ταιριάξουμε τη δική μου με του Δροσίνη και αυτό οφείλεται σε κύριο βαθμό στον σπουδαίο περουκέρη και μακιγιέρ Γιώργο Σκένδρο, ο οποίος ήταν επί 40 χρόνια μακιγιέρ του Εθνικού Θεάτρου και έχουν περάσει από τα χέρια του οι Μινωτής, Παξινού, Μανωλίδου, Αρώνη και πολλοί άλλοι. Και επειδή εγώ είμαι ηθοποιός που δουλεύω με το ένστικτο, το χρησιμοποίησα και πάλι. Εκεί στηρίζεται και η σπουδαία μέθοδος του Στανισλάφσκι.

Κύριε Γούτη, τι ήταν αυτό που θέλατε να δώσετε στη σκηνή;
Ήθελα να δώσω ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος του κειμένου, ότι «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη», πώς θα κάνουμε τη νεκρή γη, όπου ζούμε, να ξαναζωντανέψει αν ανθίσει πάλι μια αμυγδαλιά. Μετά, με οδήγησε το κείμενο, βάλαμε τα σκηνοθετικά μας τερτίπια και κάναμε μια παράσταση να ρέει, να καταλαβαίνει ο κόσμος και να χαίρεται. Σε αυτό το έργο, ο κόσμος κάτι μαθαίνει και χαίρεται, άρα τον ψυχαγωγούμε. Ακριβώς αυτός ήταν ο στόχος μου, δεν ήθελα να κάνω ούτε σκηνοθετισμούς, ούτε μεταμοντέρνος είμαι, απεναντίας είμαι εχθρός του μεταμοντερνισμού και κάναμε μια παράσταση που μυρίζει καθαρό θέατρο. Φυσικά, σκηνοθετικά έχουμε χρησιμοποιήσει όλο το φάσμα και τα κόλπα που μας δίνει η μακροχρόνια ιστορία και η σκηνοθεσία του θεάτρου. Γιατί το θέατρο μπορεί να είναι παμπάλαιο, η σκηνοθεσία όμως είναι 100 χρόνων περίπου. Από την άλλη μεριά, εκμαίευσα από τον κάθε ηθοποιό τον καλύτερο εαυτό του και τον οδήγησα να παρουσιάσει αυτό που μας λέει το έργο.

Υπάρχει κάποιο αισιόδοξο μήνυμα που περνάει στους θεατές αυτό το έργο και ποιο είναι αυτό, κύριε Γούτη;
Ζούμε σε μια νεκρή γη και πρέπει να αναζητήσουμε μια αμυγδαλιά και αυτή την αμυγδαλιά πού θα την αναζητήσουμε; Στην παράδοσή μας, σε όλα αυτά που μας συγκινούν, σε ό,τι έχουμε στο DNA μας. Αυτή την παραδοσιακή ποίηση την έχουμε στο αίμα μας. Δηλαδή, όλοι αυτοί οι παλιοί ποιητές είναι σπουδαίοι.

Κυρία Πρασίνου, έχετε επιμεληθεί τα κοστούμια και τα σκηνικά…
Με το εμπνευσμένο κείμενο της κ. Μπούτου και την καταπληκτική σκηνοθεσία του κ. Γούτη προσπάθησα κι εγώ να δώσω μια τέτοια εικόνα. Ο Δροσίνης ήταν ένας ποιητής τρυφερών τόνων και αυτό περνάει σε όλο το έργο. Γιατί δεν είναι μια τυπική βιογραφία, αλλά μια παράσταση που ξεχειλίζει τρυφερότητα, μέσα από την καθημερινή ζωή, τους έρωτες και μέσα από τη σχέση του Δροσίνη με τους δικούς του ανθρώπους. Όλο αυτό, λοιπόν, αποπνέει μια δροσιά και έτσι προσπάθησα να προσεγγίσω και το σκηνικό, το οποίο σε ένα τέτοιο θέατρο έπρεπε να είναι ένα στοιχείο ανάλαφρο, που να έχει τη μυρωδιά της εποχής και τα κοστούμια τα οποία θυμίζουν την εποχή εκείνη και σχεδιάστηκαν πάνω στον κάθε ηθοποιό.

Κυρία Μπούτου, πώς έρχεται να εισχωρήσει ο Δροσίνης στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;
Ο Δροσίνης ήταν πολύ αισιόδοξος. Αγαπούσε την ύπαιθρο, την ίδια την Ελλάδα. Δεν ήταν σαν τον Παλαμά, που έζησε μια πιστή ζωή στο κελί του. Αυτός ήθελε να βγαίνει, να παρατηρεί και να γράφει αυτά που βλέπει. Δεν έβαζε φαντασία, αλλά πραγματικότητα και πάντα τα ποιήματά του είχαν μια αισιόδοξη νότα. Μάλιστα, την ώρα που πεθαίνει, θα ακούσετε από τον κ. Δεστούνη το τελευταίο ποίημα που πράγματι έγραψε και απήγγειλε λίγες ημέρες πριν φύγει από τη ζωή και παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξο. Ο Δροσίνης πίστευε στη ζωή.
Στέλλιος Γούτης: Από την άλλη, ήταν και το παράδειγμά του ως πνευματικού ανθρώπου εκείνης της εποχής. Ο Δροσίνης ανήκε στην Αθηναϊκή Σχολή. Λάβετε υπόψη σας ποιοι ποιητές ανήκουν σε αυτήν τη σχολή που έχουν καλύψει όλο το φάσμα όχι μόνο της ποίησης, αλλά και της κοινωνικής ζωής. Οι πνευματικοί άνθρωποι τότε δεν ήταν μέσα στο γραφείο τους, αλλά έβγαιναν και ζούσαν. Στην ίδια γενιά ανήκει ο Παλαμάς, ο Σουρής, ο Λορέντζος Μαβίλης. Όλοι αυτοί δεν ήταν ποιητές για να έχουν έτσι στον τίτλο ότι είμαστε ποιητές μακριά από τα πράγματα. Είχαν άποψη και αγωνίζονταν. Ο Δροσίνης, επί παραδείγματι, έλαβε την πρωτοβουλία να γίνει η Σεβαστοπούλειος Σχολή. Δεν πήγε να ζητήσει από το κράτος λεφτά. Αφού δεν έχει το κράτος, τέτοιο που είναι, θα βρω εγώ, είπε, και τα βρήκε. Και τώρα υπάρχουν σημαντικοί άνθρωποι που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την κοινωνία, αλλά δυστυχώς τώρα είναι άλλη η εποχή και άλλα τα ήθη.

Πώς κρίνετε τους ποιητές της σημερινής εποχής;
Τ. Μπούτου: Κάθε εποχή έχει τους δικούς της ποιητές και συγγραφείς, αλλά όμως μπολιάζονται και από τα παλιά, όταν κάτι είναι καλό.
Σ. Γούτης: Αλίμονο και αν δεν μπολιάζονται από τα παλιά. Τότε είμαστε τελείως καταδικασμένοι. Είμαι χαρούμενος από αυτή την άποψη ότι «κοίταξε έχουμε και αυτούς εδώ τους ποιητές». Εκείνη την εποχή ήταν πολύ αξιόλογα τα ποιήματα που κυκλοφορούσαν, ενώ σήμερα βρίσκεις χιλιάδες βιβλία που είναι για το… τζάκι. Τώρα που είναι και φτηνές οι εκδόσεις, ο καθένας έχει λίγα λεφτά και βγάζει βιβλία. Έτσι, βγαίνουν εκατομμύρια βιβλία ή και ποιήματα, τα οποία όμως πιστεύω ότι δεν έχουν την ποιότητα του Δροσίνη. Χάνονται μέσα σε ένα πέλαγος τυπωμένων χαρτιών. Εμείς αυτήν τη δουλειά θέλαμε να κάνουμε, αυτή την άποψη έχουμε για το θέατρο. Ευτυχώς, στο έργο μας συμμετέχουν ηθοποιοί όλων των γενεών. Έχουμε μια κοπέλα που μόλις βγήκε από τη σχολή, που παίζει την Καίτη Βυθινού, αλλά έχουμε και έναν ηθοποιό που είναι από τους μεγαλύτερους εν δράσει στο νεοελληνικό θέατρο. Ο Γεώργιος Δροσίνης ερωτεύτηκε μια κατά πολύ νεότερή του κοπέλα.

Πιστεύετε ότι μια τέτοια σχέση μοιραία καταστρέφεται; Είναι νόμος της φύσης αυτός;
Τ. Μπούτου: Είναι αλήθεια ότι η κοπέλα αυτή ενέπνευσε τον Δροσίνη, ήταν και πνευματικός άνθρωπος αυτό το κορίτσι. Του έδωσε ζωντάνια από τη νιότη της, το λέει κιόλας στο έργο: «Εσύ θα μου δανείσεις από τη νιότη σου την πνευματική και εγώ θα σε κάνω να μη χάνεις τα λόγια σου». Για ένα διάστημα ίσως να μπορούν να συμβαδίσουν δυο άνθρωποι που έχουν διαφορά ηλικίας. Όμως, η κοπέλα στη ζωή του Δροσίνη βρήκε έναν νεότερο και έφτιαξε τη ζωή της. Δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά και ο Δροσίνης το ήξερε αυτό, γι’ αυτό και την αποκαλούσε «πολυαγαπημένο μου παιδί».
Μ. Δεστούνης: Μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή οι ποιητές παρουσίαζαν τα ποιήματά τους στα μεγάλα σαλόνια, πριν ακόμα εκδοθούν. Ειδικά για τα μικρά κοριτσάκια, ήταν άτομα-είδωλα, τους θαύμαζαν. Τότε δεν υπήρχε κινηματογράφος, αυτά ήταν τα είδωλα. Όπως και οι ηθοποιοί του θεάτρου: Βεάκης, Γιώργος Παππάς. Τα ποιήματά τους ενέπνεαν τον ερωτισμό.

Τι ομοιότητες και τι διαφορές διακρίνετε ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα μέσα από το έργο;
Το χθες το έχω ζήσει πάρα πολύ καλά, το σήμερα δεν το ζω πολύ καλά όπως όλοι δηλαδή, λόγω των δυσκολιών και των χαρατσιών. Το έργο μπορώ να το κατατάξω στις ηθογραφίες, κοινωνικό και ηθογραφία. Αν πρέπει να μιλήσουμε για τα σημερινά έργα των Ελλήνων συγγραφέων, υπάρχουν καλά έργα, αλλά ψάχνουμε να τα βρούμε με το κεράκι. Δεν υποτιμώ κανέναν συγγραφέα, αλλά εμένα προσωπικά δεν με γοητεύει η νέα γραφή των ελληνικών, γιατί θέλουν να παρουσιάσουν κάτι μοντέρνο, κάτι παράλογο ίσως, κάτι ανατρεπτικό. Αν πούμε για κωμωδίες δεν γελάω. Προτιμώ τις κωμωδίες με τον Χατζηχρήστο και τον Σταυρίδη.

Άρα, αν έπρεπε να επιλέξετε, θα επιλέγατε το χθες από άποψη ποιότητας…
Έχει ευτελιστεί η ποιότητα γενικά στην τέχνη. Ο Γεώργιος Δροσίνης θα μπορούσε να συμβολοποιηθεί, να αποτελέσει πρότυπο μιας ολόκληρης γενιάς;
Μα, είναι πρότυπο. Είναι ο ποιητής που έγραψε και ύμνησε την ελληνική φύση. Μάλιστα, ο ίδιος ο Παλαμάς του έχει αφιερώσει ποιήματα που επιβεβαιώνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Ο Δροσίνης ήταν ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Το κάθε ποίημά του είναι και ένας σταθμός.

Τελικά, πιστεύετε ότι θα ανθίσει η αμυγδαλιά στη νεκρή ελληνική γη;
Μ. Δεστούνης: Με αυτή την ελπίδα ζούμε και, αν μου επιτρέπετε, θα αναφερθώ στο τελευταίο ποίημα του Δροσίνη, το οποίο έγραψε όταν ήταν 92 χρόνων. «Τόλμα να πλανιέσαι στων ονείρων σου τα ύψη. Δύναμη δεν θα μπορέσει τα φτερά να σου συντρίψει, αν τα στήσεις, τα στεριώσεις με της πίστης το ατσάλι. Αγώνας πρέπει στους θνητούς και είναι μεθύσι η πάλη». Αυτό τα λέει όλα… και είναι ένα μήνυμα για τη σημερινή εποχή.

Πηγή: www.paraskhnio.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου