Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Δυο ακόμη πολύ θετικές κριτικές για την 'Αμυγδαλιά' και το Μανώλη Δεστούνη





Δυο εξαιρετικές κριτικές για την "Αμυγδαλιά' και το Μανώλη Δεστούνη 
από την κα Νίκη Σαλπαδήμου, εκπαιδευτικό και συγγραφέα
 και από τον κ. Δημήτρη Κράνη, ποιητή και κριτικό λογοτεχνίας




Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη
(Γεώργιος Δροσίνης Μια εποχή Μια παρουσία)

Στην αρχαιότητα το θέατρο ήταν ψυχαγωγία, δηλαδή αγωγή της ψυχής και καλλιέργεια πνεύματος, γι’αυτό όσοι πολίτες ήταν φτωχοί και δεν μπορούσαν να πληρώσουν εισιτήριο, προσέρχονταν στη μυσταγωγία του θεάτρου χάρη στα θεωρικά. Οι ταγοί της εποχής εκείνης ήξεραν με ποιο τρόπο θα καλλιεργούσαν τις αξίες και τα ιδανικά στους πολίτες του κράτους, ώστε να γίνουν άξιοι και ικανοί να υπηρετήσουν την Πολιτεία και τους συμπολίτες του με συνέπεια, ήθος και γνώση.
Σήμερα τι θέατρο έχουμε; Γιατί από θέατρα η αλήθεια είναι ότι έχουμε πάρα πολλά, πολύ περισσότερα από όσο χρειάζεται. Το θέμα μας όμως δεν είναι ο αριθμός τους, αλλά τι παίζεται στα θέατρα της εποχής μας. Μήπως κάτι παρόμοιο μ’εκείνα της αρχαιότητας; Όχι, βέβαια, γιατί σήμερα ο σκοπός των περισσότερων θεατρικών παραστάσεων είναι εμπορικός, πώς θα γεμίσει το θέατρο, πως θα προσελκύσει το θεατή. Τα μη εμπορικά θεατρικά έργα έχουν ελάχιστους θεατές, ακόμη κι αν είναι αξιόλογο το έργο και οι συντελεστές άξιοι υπηρέτες της υποκριτικής τέχνης. Ένα τέτοιο έργο είναι και το «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη» με θέμα τη ζωή του Γεωργίου Δροσίνη, επικεντρωμένο στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του ποιητή της αμυγδαλιάς και του βαθιά πατριωτικού ποιήματος «Χώμα ελληνικό». Το σενάριο έγραψε η συγγραφέας, ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας Τούλα Μπούτου, η οποία έχει μελετήσει σε βάθος τη ζωή του ποιητή και γι’αυτό κάποιες όμορφες προσωπικές στιγμές του Δροσίνη ξαφνιάζουν ευχάριστα το θεατή κατά τη διάρκεια της παράστασης. Ξετυλίγεται μπρος στα μάτια του μια μακρινή εποχή, που φαντάζει όμως οικεία, όπως και τα πρόσωπα που συναναστρέφονταν και θαύμαζαν τον ποιητή.
Ο Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε ποιητής και ελληνολάτρης, το «Χώμα ελληνικό» είναι ένα δείγμα αυτής της αγάπης που έτρεφε για τον τόπο του, αλλά δεν είναι το μόνο. Σπούδαζε στη Λειψία της Γερμανίας όταν ο Δ. Βικέλας του ζήτησε να γυρίσει στην Ελλάδα για να αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας Εστία, που τότε ξεκινούσε το ταξίδι της ως εφημερίδα. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Δροσίνης άφησε στη μέρη σπουδές και Πανεπιστήμιο και γύρισε στην Ελλάδα να αφιερώσει τον εαυτό του στην πατρίδα του και στο καλό των συμπατριωτών του. Γι’αυτό έλεγε χαριτολογώντας: «Εγώ έμεινα αιώνιος φοιτητής», αλλά δεν μετάνιωσε ποτέ γι’αυτή του την επιλογή.
Το θεατρικό έργο «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη» είναι πραγματική απόλαυση πνεύματος και ψυχής, αληθινή ψυχαγωγία με την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Μια πλημμυρίδα ευγενικών συναισθημάτων κατακλύζει τη σκηνή και ρέει προς το θεατή, διότι οι συντελεστές της παράστασης δεν έχουν μπει, όπως λέγεται, στο πετσί του ρόλου, αλλά δίνουν την εντύπωση ότι κινούνται σ’εκείνη την όμορφη εποχή, τη γεμάτη απ’τη λυρική ποίηση του Δροσίνη. Ο θεατής σ’αυτή την παράσταση παρακολουθεί και μαθαίνει ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας μας πληροφορείται για σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους, οι οποίοι άφησαν το ευεργετικό στίγμα τους στον τόπο. Για παράδειγμα ο «Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων» ιδρύθηκε από τον Δ. Βικέλα και συνεχίζει τη δράση του μέχρι και σήμερα. Ο Γ. Δροσίνης δεν υπηρέτησε μόνο τη Μούσα αλλά και τους συνανθρώπους του από πολλά μετερίζια με ζήλο και πολύ πείσμα, προκειμένου να πετύχει το καλύτερο για το κοινωνικό σύνολο.
Αυτό το θεατρικό έργο της κ. Τούλας Μπούτου, γιατί έχει γράψει πολλά αξιόλογα θεατρικά έργα, αλλά αυτό για τον Δροσίνη θα έπρεπε να το παρακολουθήσουν οι μαθητές των Γυμνασίων και των Λυκείων τουλάχιστον της Αττικής. Από τέτοια θεατρικά έργα έχουν ανάγκη οι νέοι μας σήμερα και πολύ περισσότερο σ’αυτή τη δύσκολη περίοδο που περνά η πατρίδα μας, να διδαχτούν από το παράδειγμα του μεγάλου μας ποιητή, να φτιάξουν το δικό τους όνειρο για το μέλλον, να παλέψουν με πίστη και ελπίδα για κάτι καλύτερο. Να αντιληφθούν πόσο σημαντικό, πόσο μοναδικό είναι αυτό το κομμάτι γης που λέγεται Ελλάδα και να πιστέψουν στον εαυτό του. Να πιστέψουν πως οι Έλληνες δεν είναι κατώτεροι από τους άλλους Ευρωπαίους, το αντίθετο μάλιστα αξίζουν γιατί έχουν ψυχή και τα έχουν καταφέρει σε πολύ δυσκολότερες καταστάσεις. Ο Έλληνας το έχει αποδείξει στη μακρά ιστορία του ότι δεν τον καταβάλλουν οι αντιξοότητες και δεν καταθέτει εύκολα τα όπλα, αγωνίζεται με σθένος, υπομονή και επιμονή και επιτυγχάνει το σκοπό του. Όταν ο άνθρωπος έχει στόχο και θέληση θα πετύχει.
Το έργο ξεχειλίζει από τρυφερότητα, από αγνά συναισθήματα, που ενέπνεαν τον ποιητή κι έγραφε ποιήματα γεμάτα αισιοδοξία και ομορφιά. Ακόμα και από εκείνα που απέπνεαν μια θλίψη, δεν έλειπε κάποιος στίχος ανατροπής του κλίματος. Ο Δροσίνης αγαπούσε τη ζωή, τη νιότη, που την εξυμνούσε σε κάθε ευκαιρία, τη φύση και γι’αυτό ο παράδεισός του ήταν η Κηφισιά και η Αμαρυλλίς. Όλος αυτός ο πλούτος ψυχής είναι διάχυτος πάνω στη σκηνή χάρη στη θαυμάσια ερμηνεία του κ. Μανόλη Δεστούνη, αλλά και όλων των συντελεστών της παράστασης. Τέτοιες εξαιρετικές παραστάσεις θα έπρεπε και τα Υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας να τις αγκαλιάζουν και να τις υποστηρίζουν και όχι να κατορθώνουν κάποιοι να παρεισφρέουν σε προγράμματα και να διακωμωδούν τα ιερά και τα όσια της Πατρίδας μας. Ευτυχώς την τελευταία στιγμή ματαιώθηκαν τα σχέδιά τους χάρη σε κάποιους ανθρώπους που ενδιαφέρονται ακόμα για τον τόπο και την ιστορία του.

Νίκη Σαλπαδήμου
Συγγραφέας – Εκπαιδευτικός



«ΜΙΑ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ ΑΝΘΙΖΕΙ ΣΤΗ ΝΕΚΡΗ ΓΗ»
της Τούλας Μπούτου


Η παράσταση του θεατρικού έργου της Τούλας Μπούτου (θέατρο ΤΡΙΑΝΟΝ, Αθήνα, Τετάρτη 3-4-2013), με τον τίτλο: «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη» (Γεώργιος Δροσίνης, Μια εποχή – μια παρουσία) είναι μια ευχάριστη έκπληξη για τον θεατή της. Έργο σφιχτοδεμένο, καλογραμμένο, με μια ευγένεια λόγου και ιδεών, που το χαρακτηρίζει από τη αρχή μέχρι το τέλος. Χωρίς «κοιλιές», που είναι ένα σύνηθες μειονέκτημα πολλών θεατρικών έργων του σύγχρονου, αλλά και του παλιότερου ρεπερτορίου, «ρουφιέται» κυριολεκτικά, κρατώντας αδιάπτωτο το ενδιαφέρον. Σε μεταφέρει σε άλλες παλιότερες (αλλά και τόσο κοντινές) εποχές στην Αθήνα, που πέρασε ως εποχή, εικόνα, σκηνικό, χρώμα και αίσθημα και δεν θα ξαναγυρίσει πια, γιατί έτσι είναι η εξέλιξη, έτσι είναι η ζωή. καταγράφει με συνέπεια βιογράφου τη ζωή του ποιητή και των αστών της εποχής του.
 Η υπόθεση του θεατρικού έργου αναφέρεται στη ζωή του προσφιλέστατου για τους συγχρόνους του ποιητή, του Γεωργίου Δροσίνη (1859-1951), που τόσο αγαπήθηκε από τους Αθηναίους και από όλους τους απανταχού Έλληνες, για τους λυρικούς, αισθαντικούς, εξαίσια μελωδικούς στίχους των ποιημάτων του, που υμνήσανε τη φύση, τις ομορφιές της, τον άνθρωπο, τη γυναίκα, τον έρωτα, τις εποχές, τα δέντρα και τα λουλούδια. Εν συνόψει για ό,τι ωραιότερο συναντά κανείς στη φύση, μέσα στη ζωή και στους ανθρώπους της. Ακριβέστατος υμνητής των τοπίων της φύσης, ιδίως της Αττικής και της αγαπημένης του Κηφισιάς – όπου η έπαυλη «Αμαρυλλίς» - που πέρασε εκεί ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, ιδίως της εποχής της ωριμότητας και των βαθειών γηρατειών του (πέθανε μόλις έκλεισε τα 92 προς 93 χρόνια της ζωής του).
Ο ποιητής Γ. Δροσίνης υπήρξε η εικόνα μιας πολυτραγουδισμένης – είναι αλήθεια – εποχής, που πέρασε κι άφησε κι αυτή όμορφες αναμνήσεις και την αίσθηση μιας διάχυτης ευγένειας αισθημάτων, ενός πάλλοντος ρομαντισμού, ενός καθρέφτη έρωτα, ποίησης, συγκίνησης και έντονων παλμών της καρδιάς. Θα περίμενε κανείς ότι ένα έργο που αναφέρεται με πιστότητα στη ζωή και στο έργο ενός ποιητή άλλης εποχής, που παρήλθε ανεπιστρεπτί, θα κούραζε το θεατή και ίσως τον βάραινε με πράγματα και ιδίως συναισθήματα, που τώρα δεν μετράνε ίσως στο μοντέρνο έρωτα και στην αγχωτική ζωή μας. Κι όμως ένα τέτοιο πράγμα δεν συμβαίνει. Συμβαίνει το αντίθετο. Γιατί η συγγραφέας, με αξιοζήλευτη σκηνική τεχνική, μεστότητα θεατρικού λόγου και ιδίως ολοζώντανων διαλόγων μεταξύ των προσώπων του έργου, κατορθώνει να ζωγραφίσει πιστά μια ολόκληρη ζωή της Αθήνας και των πνευματικών ανθρώπων της, εισάγοντας έντεχνα, χωρίς να κουράζει καθόλου, πολλούς αυτούσιους στίχους αγαπημένων και γνωστών ποιημάτων του Γ. Δροσίνη, που διαβαστήκανε πολύ και τραγουδηθήκανε με πάθος και λατρεία από τους ανθρώπους της εποχής του. Οι ομοιοκατάληκτοι, συνήθως βραχείς, μελωδικοί, εύηχοι και αισθαντικοί στίχοι του Γ. Δροσίνη γοητέψανε και γοητεύουνε ακόμα, γραμμένοι σε μια στρωτή και καλλιεπή καθομιλουμένη γλώσσα της πρωτεύουσας, χωρίς ακρότητες και με λυρική, ουσιαστική διατύπωση που πηγάζει από το Δημοτικό μας Τραγούδι, που τόσο αγάπησε και ασχολήθηκε μ’αυτό ο ποιητής, εκ καταγωγής Μεσολογγίτης.
Βλέποντας το έργο αυτό, παρακολουθείς βήμα προς βήμα τη ζωή, τη δράση (φιλανθρωπική – κοινωνική – πνευματική), το έργο, τις πνευματικές γνωριμίες του ποιητή (Κ. Παλαμάς, Δ. Βικέλας, Α. Σικελιανός, κ.α.) και φυσικά τις γυναίκες που γνώρισε και αγάπησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα, με διακριτικότητα και βαθιά αισθήματα. Αυτά τα δίνει με φωτογραφική ακρίβεια ο θεατρικός λόγος της Τούλας Μπούτου, σε τόσο ικανοποιητικό σημείο, που δεν είναι πλέον ανάγκη να προσφύγεις σε μια βιογραφία του ποιητή ή σε μια εγκυκλοπαίδεια «περί του βίου του». Αλλά και για όποιον γνωρίζει ή έχει ασχοληθεί ευρύτερα με το έργο του ποιητή, πάλι κι αυτός πολλά έχει να μάθει ή να θυμηθεί από τους μεστούς διαλόγους, κεντημένους σαν εργόχειρο ποιοτικό, χωρίς κακόηχες λέξεις ή βωμολοχίες ή ασημαντότητες του σύγχρονου «πενέστατου» θεατρικού λόγου, που μαστίζει τη χώρα μας με κλισέ και κοινοτυπίες.
Ο τίτλος του έργου παραπέμπει στο πασίγνωστο ποίημα «Ανθισμένη αμυγδαλιά», που έγινε πιο γνωστό ως τραγούδι και σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης εποχής της Αθήνας, της παλιάς και όμορφης Αθήνας κι απλώθηκε μετά σε όλη τη χώρα. Δεν υπήρξανε ελληνικά χείλη, είτε στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό που να μην τραγουδήσανε ή σιγοψιθυρίσανε αυτή τη μελωδική αισθηματική ποίηση που έγινε θρύλος και τραγούδι κάποιου ευγενικού έρωτα που όλοι νιώσαμε κάποτε μια ή πολλές φορές… Το έργο καταγράφει όλες τις λεπτομέρειες της σύνθεσης του ποιήματος «ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά με τα χεράκια της» και ιδίως ασχολείται με το θέμα της μουσικής σύνθεσης του ποιήματος, του συνθέτη και του γενεσιουργού αιτίου ή του ποιητικού ερεθίσματος, που έδωσε το έναυσμα της δημιουργίας του.
Αλλά, για περισσότερες λεπτομέρειες, παραπέμπω στο θεατρικό έργο, όπου δίνεται όλο το ιστορικό της «Ανθισμένης αμυγδαλιάς». Καταγράφεται μια εποχή τρυφερότητας στον έρωτα, αιδημοσύνης αλλά και σφοδρότητας, όπου τα αισθήματα δίνονται από τους ερωτευμένους πολλές φορές με στίχους. Άλλωστε, σ’αυτή την εποχή γραφτήκανε θαυμάσιοι ερωτικοί στίχοι του Κωστή Παλαμά, του Ι. Γρυπάρη, του Καμπά, του Μιλτιάδη Μαλακάση, της Μυρτιώτισσας, της Μαρίας Πολυδούρη κ.α. Ο Γ. Δροσίνης, εξέχον μέλος της νέας Αθηναϊκής Σχολής, σφραγίζει με την ποίησή του τουλάχιστον 70 χρόνια, τραγουδώντας κυρίως τον έρωτα, με τον δικό του λεπτό, αλλά διεισδυτικό τρόπο γραφής. Κι αυτόν τον τρόπο τον διασώζει η Τούλα Μπούτου μέσα στο δικό της θεατρικό έργο, με τρόπο λεπτομερειακό, τεκμηριωμένη έρευνα (αφού έχει ασχοληθεί και παλιότερα με τρεις μελέτες κι ένα βιβλίο της για τον Γ. Δροσίνη και το έργο του), δίνοντας με τα πρόσωπα του έργου μια εικόνα του πως αισθάνονταν τότε οι άνθρωποι το ωραίο συναίσθημα του έρωτα. Του αληθινού έρωτα, για όσο διαρκεί. Πολύ ή λίγο…
Η παράσταση, άριστα δεμένη και σκηνοθετημένη από τον Στέλιο Γούτη, με θαυμάσια κοστούμια (πλούσια και πολυτελή, χωρίς να «φείδονται» εξόδων και κόστους), με μια πρωτότυπη μουσική του γνωστού συνθέτη Παντελή Θαλασσινού, είναι, συν τοις άλλοις, μια εικαστική καταγραφή και λαογραφική απεικόνιση της εποχής του Γ. Δροσίνη. Το παίξιμο των επτά ηθοποιών, που συμμετέχουν στο θεατρικό έργο, είναι σωστό, μετρημένο, άμεσο και εξαιρετικά ζωντανό, που σε κάνει να νιώθεις ότι ζεις από κοντά την εποχή και ιδίως τον άνθρωπο Γ. Δροσίνη, αυτό τον αθεράπευτο λάτρη των ωραίων αισθημάτων μέχρι τα βαθειά του γεράματα. Θα ήτανε παράλειψη να μην επισημάνει κανείς το παίξιμο του πρωταγωνιστή του έργου, του γνωστού και εμπειρότατου ηθοποιού, του Μανώλη Δεστούνη, που υποδύεται εκπληκτικά τον Γ. Δροσίνη. Κινήσεις, διακυμάνσεις της φωνής του, ανάλογα με τη χρονική στιγμή, την εποχή και την ηλικία του ποιητή, όπως την ξετυλίγει χρονογραφικά η συγγραφέας. Ηθοποιός, που διακρίθηκε σε κωμικούς ρόλους αγαπητότατους, αλλά και σε άλλους ρόλους πρόζας μέσα στη μακρά θεατρική διαδρομή του, εδώ εκπλήσσει πάλι, γιατί σ’ένα άλλο είδος ρόλου, δίνει τον ποιητή όπως επιβάλλεται: ποιητικά!
Θα ήτανε παράλειψη να μην ομολογήσω πόσο «πλήρης» φεύγει ο θεατής από την παρακολούθηση του θεατρικού έργου της Τούλας Μπούτου, που αγγίζει καρδιές, τέρπει ψυχές και αφήνει μετά, το άρωμα, την ευωδιά μιας ευγενικής ποιητικής φωνής, εκείνης του Γ. Δροσίνη.


Δημήτρης Α. Κράνης 

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ για την "Αμυγδαλιά"


ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ!

"Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη - Γεώργιος Δροσίνης, μια εποχή - μια παρουσία" ως το τέλος Απρίλη στο Τριανόν!
Εισιτήρια 15 και 10 Ευρώ.


Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Κινηματοθέατρο!











Ο Μανώλης Δεστούνης σε μεγάλα κέφια! Ζωντανές ηχογραφήσεις. Σε επιθεωρησιακά νούμερα, απολαυστικές παρλάτες, σατιρικούς μονολόγους, ωραία τραγούδια και άλλα!

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

"Τόλμα να πλανιέσαι στων ονείρων σου τα ύψη..."




Μια αμυγδαλιά θα ζωντανέψει τη νεκρή γη

Συνέντευξη στη ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Φωτογραφίες ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

«Χώμα τιμημένο, που ’χουν ανασκάψει για να θεμελιώσουν έναν Παρθενώνα, χώμα δοξασμένο, που ’χουν ροδοβάψει αίματα στο Σούλι και στο Μαραθώνα. Κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω, και το ξένο μνήμα θα ’ναι πιο γλυκό σα θαφτείς μαζί μου στην καρδιά μου επάνω, χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό».

Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα του Γεώργιου Δροσίνη που αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι πρόκειται για έναν γνήσιο ποιητή, με καθαρότητα στον λόγο, έναν αυθεντικό Έλληνα με ήθος και αρετή. Αυτόν τον μεγάλο Έλληνα ποιητή και άνθρωπο υμνεί η παράσταση «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη». Ένα έργο που έγραψε με ευαισθησία και σεβασμό η Τούλα Μπούτου, η πρώτη γυναίκα ιατρός – αναισθησιολόγος στην Ελλάδα, η οποία έχει μελετήσει σε βάθος τον Δροσίνη. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Στέλιος Γούτης, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο ερμηνεύει ο Μανώλης Δεστούνης. 
Στο «ζεστό» θέατρο Παραμυθίας συναντήσαμε τους συντελεστές της παράστασης. Μιλήσαμε μαζί τους και μοιραστήκαμε την ανάγκη της δημιουργίας μιας «αμυγδαλιάς» που θα ανθίσει και θα ζωντανέψει τη «νεκρή γη», στην οποία ζούμε σήμερα… «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη» ονομάζεται το έργο που μνημονεύει τον Γεώργιο Δροσίνη.

Γιατί, κα Μπούτου, επιλέξατε τον συγκεκριμένο άνθρωπο; Τι είναι αυτό που βρίσκετε ενδιαφέρον σε αυτόν;
Ο Γεώργιος Δροσίνης εκτός του ότι είναι ένας πολύ σημαντικός ποιητής, γιατί είναι πάρα πολύ εύληπτος, είναι παραδοσιακοί οι στίχοι των ποιημάτων του και αυτό μας βοηθάει να τον απομνημονεύσουμε. Εκτός από αυτό, ο Γεώργιος Δροσίνης ήταν ένα πολύ ζωντανό κύτταρο, προσέφερε πάρα πολλά στην κοινωνία. Έχει κάνει πράγματα που δεν είναι γνωστά σε πολύ κόσμο. Ο οίκος τυφλών, παραδείγματος χάρη, οφείλεται σε εκείνον. Η Σεβαστοπούλειος σχολή οργανώθηκε από τον ίδιο και τον Δημήτριο Βικέλα. Ήταν ένας άνθρωπος πολύπλευρος. Πάντα με συγκινούσε και είχα ασχοληθεί μαζί του πολλά χρόνια και σκέφτηκα ότι, εκτός από το Μουσείο Δροσίνη, δεν είχε γίνει μια θεατρική παράσταση. Θεώρησα καλό, λοιπόν, να την κάνουμε και ευχαριστώ και τον κ. Γούτη τον σκηνοθέτη μας, ο οποίος με κάλυψε πλήρως, αυτό που ήθελα μου το έδωσε, και έτσι έγινε μια πολύ ωραία παράσταση.

Κύριε Δεστούνη, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στην ενσάρκωση του ρόλου;
Έχω και εγώ μέσω της κ. Μπούτου, η οποία μου μετέδωσε την αγάπη της για τον ποιητή, όλο το φάσμα της δουλειάς του και της κοινωνικής του δραστηριότητας. Διάβασα, μελέτησα, είδα τη φυσιογνωμία και προσπαθήσαμε να ταιριάξουμε τη δική μου με του Δροσίνη και αυτό οφείλεται σε κύριο βαθμό στον σπουδαίο περουκέρη και μακιγιέρ Γιώργο Σκένδρο, ο οποίος ήταν επί 40 χρόνια μακιγιέρ του Εθνικού Θεάτρου και έχουν περάσει από τα χέρια του οι Μινωτής, Παξινού, Μανωλίδου, Αρώνη και πολλοί άλλοι. Και επειδή εγώ είμαι ηθοποιός που δουλεύω με το ένστικτο, το χρησιμοποίησα και πάλι. Εκεί στηρίζεται και η σπουδαία μέθοδος του Στανισλάφσκι.

Κύριε Γούτη, τι ήταν αυτό που θέλατε να δώσετε στη σκηνή;
Ήθελα να δώσω ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος του κειμένου, ότι «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη», πώς θα κάνουμε τη νεκρή γη, όπου ζούμε, να ξαναζωντανέψει αν ανθίσει πάλι μια αμυγδαλιά. Μετά, με οδήγησε το κείμενο, βάλαμε τα σκηνοθετικά μας τερτίπια και κάναμε μια παράσταση να ρέει, να καταλαβαίνει ο κόσμος και να χαίρεται. Σε αυτό το έργο, ο κόσμος κάτι μαθαίνει και χαίρεται, άρα τον ψυχαγωγούμε. Ακριβώς αυτός ήταν ο στόχος μου, δεν ήθελα να κάνω ούτε σκηνοθετισμούς, ούτε μεταμοντέρνος είμαι, απεναντίας είμαι εχθρός του μεταμοντερνισμού και κάναμε μια παράσταση που μυρίζει καθαρό θέατρο. Φυσικά, σκηνοθετικά έχουμε χρησιμοποιήσει όλο το φάσμα και τα κόλπα που μας δίνει η μακροχρόνια ιστορία και η σκηνοθεσία του θεάτρου. Γιατί το θέατρο μπορεί να είναι παμπάλαιο, η σκηνοθεσία όμως είναι 100 χρόνων περίπου. Από την άλλη μεριά, εκμαίευσα από τον κάθε ηθοποιό τον καλύτερο εαυτό του και τον οδήγησα να παρουσιάσει αυτό που μας λέει το έργο.

Υπάρχει κάποιο αισιόδοξο μήνυμα που περνάει στους θεατές αυτό το έργο και ποιο είναι αυτό, κύριε Γούτη;
Ζούμε σε μια νεκρή γη και πρέπει να αναζητήσουμε μια αμυγδαλιά και αυτή την αμυγδαλιά πού θα την αναζητήσουμε; Στην παράδοσή μας, σε όλα αυτά που μας συγκινούν, σε ό,τι έχουμε στο DNA μας. Αυτή την παραδοσιακή ποίηση την έχουμε στο αίμα μας. Δηλαδή, όλοι αυτοί οι παλιοί ποιητές είναι σπουδαίοι.

Κυρία Πρασίνου, έχετε επιμεληθεί τα κοστούμια και τα σκηνικά…
Με το εμπνευσμένο κείμενο της κ. Μπούτου και την καταπληκτική σκηνοθεσία του κ. Γούτη προσπάθησα κι εγώ να δώσω μια τέτοια εικόνα. Ο Δροσίνης ήταν ένας ποιητής τρυφερών τόνων και αυτό περνάει σε όλο το έργο. Γιατί δεν είναι μια τυπική βιογραφία, αλλά μια παράσταση που ξεχειλίζει τρυφερότητα, μέσα από την καθημερινή ζωή, τους έρωτες και μέσα από τη σχέση του Δροσίνη με τους δικούς του ανθρώπους. Όλο αυτό, λοιπόν, αποπνέει μια δροσιά και έτσι προσπάθησα να προσεγγίσω και το σκηνικό, το οποίο σε ένα τέτοιο θέατρο έπρεπε να είναι ένα στοιχείο ανάλαφρο, που να έχει τη μυρωδιά της εποχής και τα κοστούμια τα οποία θυμίζουν την εποχή εκείνη και σχεδιάστηκαν πάνω στον κάθε ηθοποιό.

Κυρία Μπούτου, πώς έρχεται να εισχωρήσει ο Δροσίνης στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;
Ο Δροσίνης ήταν πολύ αισιόδοξος. Αγαπούσε την ύπαιθρο, την ίδια την Ελλάδα. Δεν ήταν σαν τον Παλαμά, που έζησε μια πιστή ζωή στο κελί του. Αυτός ήθελε να βγαίνει, να παρατηρεί και να γράφει αυτά που βλέπει. Δεν έβαζε φαντασία, αλλά πραγματικότητα και πάντα τα ποιήματά του είχαν μια αισιόδοξη νότα. Μάλιστα, την ώρα που πεθαίνει, θα ακούσετε από τον κ. Δεστούνη το τελευταίο ποίημα που πράγματι έγραψε και απήγγειλε λίγες ημέρες πριν φύγει από τη ζωή και παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξο. Ο Δροσίνης πίστευε στη ζωή.
Στέλλιος Γούτης: Από την άλλη, ήταν και το παράδειγμά του ως πνευματικού ανθρώπου εκείνης της εποχής. Ο Δροσίνης ανήκε στην Αθηναϊκή Σχολή. Λάβετε υπόψη σας ποιοι ποιητές ανήκουν σε αυτήν τη σχολή που έχουν καλύψει όλο το φάσμα όχι μόνο της ποίησης, αλλά και της κοινωνικής ζωής. Οι πνευματικοί άνθρωποι τότε δεν ήταν μέσα στο γραφείο τους, αλλά έβγαιναν και ζούσαν. Στην ίδια γενιά ανήκει ο Παλαμάς, ο Σουρής, ο Λορέντζος Μαβίλης. Όλοι αυτοί δεν ήταν ποιητές για να έχουν έτσι στον τίτλο ότι είμαστε ποιητές μακριά από τα πράγματα. Είχαν άποψη και αγωνίζονταν. Ο Δροσίνης, επί παραδείγματι, έλαβε την πρωτοβουλία να γίνει η Σεβαστοπούλειος Σχολή. Δεν πήγε να ζητήσει από το κράτος λεφτά. Αφού δεν έχει το κράτος, τέτοιο που είναι, θα βρω εγώ, είπε, και τα βρήκε. Και τώρα υπάρχουν σημαντικοί άνθρωποι που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την κοινωνία, αλλά δυστυχώς τώρα είναι άλλη η εποχή και άλλα τα ήθη.

Πώς κρίνετε τους ποιητές της σημερινής εποχής;
Τ. Μπούτου: Κάθε εποχή έχει τους δικούς της ποιητές και συγγραφείς, αλλά όμως μπολιάζονται και από τα παλιά, όταν κάτι είναι καλό.
Σ. Γούτης: Αλίμονο και αν δεν μπολιάζονται από τα παλιά. Τότε είμαστε τελείως καταδικασμένοι. Είμαι χαρούμενος από αυτή την άποψη ότι «κοίταξε έχουμε και αυτούς εδώ τους ποιητές». Εκείνη την εποχή ήταν πολύ αξιόλογα τα ποιήματα που κυκλοφορούσαν, ενώ σήμερα βρίσκεις χιλιάδες βιβλία που είναι για το… τζάκι. Τώρα που είναι και φτηνές οι εκδόσεις, ο καθένας έχει λίγα λεφτά και βγάζει βιβλία. Έτσι, βγαίνουν εκατομμύρια βιβλία ή και ποιήματα, τα οποία όμως πιστεύω ότι δεν έχουν την ποιότητα του Δροσίνη. Χάνονται μέσα σε ένα πέλαγος τυπωμένων χαρτιών. Εμείς αυτήν τη δουλειά θέλαμε να κάνουμε, αυτή την άποψη έχουμε για το θέατρο. Ευτυχώς, στο έργο μας συμμετέχουν ηθοποιοί όλων των γενεών. Έχουμε μια κοπέλα που μόλις βγήκε από τη σχολή, που παίζει την Καίτη Βυθινού, αλλά έχουμε και έναν ηθοποιό που είναι από τους μεγαλύτερους εν δράσει στο νεοελληνικό θέατρο. Ο Γεώργιος Δροσίνης ερωτεύτηκε μια κατά πολύ νεότερή του κοπέλα.

Πιστεύετε ότι μια τέτοια σχέση μοιραία καταστρέφεται; Είναι νόμος της φύσης αυτός;
Τ. Μπούτου: Είναι αλήθεια ότι η κοπέλα αυτή ενέπνευσε τον Δροσίνη, ήταν και πνευματικός άνθρωπος αυτό το κορίτσι. Του έδωσε ζωντάνια από τη νιότη της, το λέει κιόλας στο έργο: «Εσύ θα μου δανείσεις από τη νιότη σου την πνευματική και εγώ θα σε κάνω να μη χάνεις τα λόγια σου». Για ένα διάστημα ίσως να μπορούν να συμβαδίσουν δυο άνθρωποι που έχουν διαφορά ηλικίας. Όμως, η κοπέλα στη ζωή του Δροσίνη βρήκε έναν νεότερο και έφτιαξε τη ζωή της. Δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά και ο Δροσίνης το ήξερε αυτό, γι’ αυτό και την αποκαλούσε «πολυαγαπημένο μου παιδί».
Μ. Δεστούνης: Μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή οι ποιητές παρουσίαζαν τα ποιήματά τους στα μεγάλα σαλόνια, πριν ακόμα εκδοθούν. Ειδικά για τα μικρά κοριτσάκια, ήταν άτομα-είδωλα, τους θαύμαζαν. Τότε δεν υπήρχε κινηματογράφος, αυτά ήταν τα είδωλα. Όπως και οι ηθοποιοί του θεάτρου: Βεάκης, Γιώργος Παππάς. Τα ποιήματά τους ενέπνεαν τον ερωτισμό.

Τι ομοιότητες και τι διαφορές διακρίνετε ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα μέσα από το έργο;
Το χθες το έχω ζήσει πάρα πολύ καλά, το σήμερα δεν το ζω πολύ καλά όπως όλοι δηλαδή, λόγω των δυσκολιών και των χαρατσιών. Το έργο μπορώ να το κατατάξω στις ηθογραφίες, κοινωνικό και ηθογραφία. Αν πρέπει να μιλήσουμε για τα σημερινά έργα των Ελλήνων συγγραφέων, υπάρχουν καλά έργα, αλλά ψάχνουμε να τα βρούμε με το κεράκι. Δεν υποτιμώ κανέναν συγγραφέα, αλλά εμένα προσωπικά δεν με γοητεύει η νέα γραφή των ελληνικών, γιατί θέλουν να παρουσιάσουν κάτι μοντέρνο, κάτι παράλογο ίσως, κάτι ανατρεπτικό. Αν πούμε για κωμωδίες δεν γελάω. Προτιμώ τις κωμωδίες με τον Χατζηχρήστο και τον Σταυρίδη.

Άρα, αν έπρεπε να επιλέξετε, θα επιλέγατε το χθες από άποψη ποιότητας…
Έχει ευτελιστεί η ποιότητα γενικά στην τέχνη. Ο Γεώργιος Δροσίνης θα μπορούσε να συμβολοποιηθεί, να αποτελέσει πρότυπο μιας ολόκληρης γενιάς;
Μα, είναι πρότυπο. Είναι ο ποιητής που έγραψε και ύμνησε την ελληνική φύση. Μάλιστα, ο ίδιος ο Παλαμάς του έχει αφιερώσει ποιήματα που επιβεβαιώνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Ο Δροσίνης ήταν ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Το κάθε ποίημά του είναι και ένας σταθμός.

Τελικά, πιστεύετε ότι θα ανθίσει η αμυγδαλιά στη νεκρή ελληνική γη;
Μ. Δεστούνης: Με αυτή την ελπίδα ζούμε και, αν μου επιτρέπετε, θα αναφερθώ στο τελευταίο ποίημα του Δροσίνη, το οποίο έγραψε όταν ήταν 92 χρόνων. «Τόλμα να πλανιέσαι στων ονείρων σου τα ύψη. Δύναμη δεν θα μπορέσει τα φτερά να σου συντρίψει, αν τα στήσεις, τα στεριώσεις με της πίστης το ατσάλι. Αγώνας πρέπει στους θνητούς και είναι μεθύσι η πάλη». Αυτό τα λέει όλα… και είναι ένα μήνυμα για τη σημερινή εποχή.

Πηγή: www.paraskhnio.gr

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Θεατρικά και άλλα...




Ο Μανώλης Δεστούνης σε αποσπάσματα από θεατρικούς ρόλους, τηλεοπτικές εκπομπές αλλά και σε τραγούδια, σατιρικούς μονολόγους και άλλα...

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Συνεχίζουμε στο ΤΡΙΑΝΟΝ!




Στις 23 Φεβρουαρίου δίνουμε την τελευταία μας παράσταση στο θέατρο Παραμυθίας στο έργο «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη. Γεώργιος Δροσίνης: Μια εποχή – Μια παρουσία».
Από τις 6 Μαρτίου και κάθε Τετάρτη το έργο θα φιλοξενείται στο ΤΡΙΑΝΟΝ
Κοδριγκτώνος 21 (Πατησίων 101 - Μετρό Βικτώρια)
Τηλ. 2108215469