Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014
Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014
Οι παραστάσεις του "Καμπαρέ... Ελλάς" ως τις 12 Ιανουαρίου
Οι παραστάσεις του "Καμπαρέ... Ελλάς" ως τις 12 Ιανουαρίου
Λίγα λόγια για την επιθεώρηση «ΚΑΜΠΑΡΕ... ΕΛΛΑΣ»:
Η επιθεώρηση είναι ένα ιδιαίτερο νεοελληνικό θεατρικό είδος. Ένα είδος μικτού θεάματος με χορό, μουσική, σάτιρα που συνδυάζει την πρόζα με το μονόλογο, το διάλογο και το τραγούδι. Ένα είδος που χωρίς πολιτικές και κοινωνικές δεσμεύσεις ελέγχει την επικαιρότητα και καυτηριάζει με χιούμορ τα κακώς κείμενα... δηλαδή μιλάμε για το «ΚΑΜΠΑΡΕ... ΕΛΛΑΣ».
Μία επιθεώρηση των Τούλας Μπούτου και Μανώλη Δεστούνη, που ανεβαίνει σε κλασικά πρότυπα της παλιάς καλής επιθεώρησης σατιρίζοντας τα σημερινά πολιτικά τεκταινόμενα κι όχι μόνο και τα προβλήματα που περνάμε μέσα από διάθεση σκωπτική και σατιρική προσφέροντας άφθονο γέλιο!
Ο Μανώλης Δεστούνης, μετρ της επιθεώρησης, έχει υπηρετήσει αυτό το τόσο απαιτητικό είδος 40 χρόνια κι έχει πρωταγωνιστήσει στα μεγαλύτερα θέατρα με τα κολοσσιαία ονόματα της επιθεωρησιακής σκηνής. Νίκος Σταυρίδης, Άννα Καλουτά, Ρένα Ντορ, Μίμης Φωτόπουλος, Ντίνος Ηλιόπουλος, Ρένα Βλαχοπούλου είναι μερικά από τα ονόματα που μοιράστηκαν το γέλιο και τα χειροκροτήματα του κοινού.
Το «ΚΑΜΠΑΡΕ...ΕΛΛΑΣ» είναι εμπνευσμένο από τις παραπάνω συνεργασίες και τα αυθεντικά κείμενα της τότε εποχής. Και ξαφνικά διαπιστώνεις το εξής καταπληκτικό: δεν έχεις παρά να αλλάξεις στα ήδη υπάρχοντα κείμενα τα ονόματα με σημερινά και να μεταφέρεις τα τότε γεγονότα στο τώρα. Παρατηρείς, ίσως με τρόμο, ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει σ’ αυτό τον τόπο και τόσα χρόνια ζούμε όλοι- εν αγνοίας μας- μέσα σε ένα καμπαρέ... το «ΚΑΜΠΑΡΕ... ΕΛΛΑΣ».
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Σκηνοθεσία: Μανώλης Δεστούνης
Σκηνικά- κοστούμια: Γιοβάννα Πρασίνου
Μουσική: Άκης Φλωρεντής
Χορογραφίες: Σίμων Πάτροκλος
Βοηθός χορογράφου: Erella Meram
Φωτισμοί: Γιώργος Λιβανός
ΠΑΙΖΟΥΝ:
Μανώλης Δεστούνης, Κωνσταντίνος Ραβνιωτόπουλος, Άννα Μαρία Βιδάλη, Ελένη Μπέη, Γιάννης Κωσταράς, Ηρώ Μητρούτσικου, Έφη Κουτάντου
ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΘΕΑΜΑΤΩΝ:
ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ:
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20.40
ΣΑΒΒΑΤΟ 19.40
ΚΥΡΙΑΚΗ 20.40
ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ:
Γενική είσοδος: 12 ευρώ
Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014
"Μια επιθεώρηση κατά τα πρότυπα των παλιών, καλών, σεμνών επιθεωρήσεων"
Μια επιθεώρηση κατά τα πρότυπα των παλιών, καλών, σεμνών επιθεωρήσεων
του Φραντζέσκου Λειβαδάρου
Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013
Πήγα μη γνωρίζοντας τί να περιμένω - και εξεπλάγην
ευχάριστα.
Η παράσταση έδενε με μαγικό τρόπο το παλιό με το νέο,
με περισσότερους από έναν τρόπους.
«ΚΑΜΠΑΡΕ… ΕΛΛΑΣ»
Κατ' αρχήν η θεματολογία -κριτική των πολιτικών δρωμένων,
καυτηριασμός της νεοελληνικής νοοτροπίας και πολιτικής συμπεριφοράς, αλλά και η
παρουσίαση της μοιρολατρικής προσέγγισης του μέσου Έλληνα στη μίζερη κατάσταση
την οποία ο ίδιος δημιουργεί – είναι επίκαιρη, τόσο σήμερα, όσο και πριν
από τριάντα χρόνια και πενήντα χρόνια, όταν δημιουργήθηκαν αυτά τα κείμενα, και
είμαι βέβαιος και πριν από εκατό χρόνια (όπως περιγράφει το ποίημα «Ελλάς ηρώων
χώρα», το οποίο το ήξερα από μελοποίηση του Γ.Ζουγανέλη), αλλά τότε δεν
ήμουν παρών για να το διαπιστώσω ιδίοις όμμασι!
Η παράσταση ήταν μια επιθεώρηση αφιερωμένη στις παλιές
καλές επιθεωρήσεις προ τριακονταετίας, πράγμα το οποίο, από μόνο του, ήταν
ικανό να σε χρονομεταφέρει, νοητά έστω, και για λίγο, σε μάλλον πιο
ευχάριστα χρόνια. Ωστόσο δε περιορίστηκε εκεί, με σκηνές οι οποίες ήταν σα
να βγήκαν από ασπρόμαυρη Ελληνική ταινία του ‘50 ή του ‘60, αλλά και με
στερεοτυπικούς χαρακτήρες παλαιοτέρων ετών, σίγουρα άγγιξε πολύ κόσμο,
ιδιαίτερα στο άνω ηλικιακό άκρο του κοινού. Το έργο, όμως, πάτησε και σε άλλα
χωράφια - με αναφορές στους περιπλανώμενους θιάσους των μέσων του προηγουμένου
αιώνα (τα γνωστά μας –και από τον “Θίασο” του Αγγελόπουλου-
μπουλούκια) έδωσε μία, μάλλον, ρεαλιστική εικόνα για τον δύσκολο δρόμο του
επαγγέλματος του ηθοποιού, στον οποίο η μελαγχολία της πραγματικότητας
συνυπάρχει με την ελπίδα, η οποία πηγάζει από θέλησή του και τον έρωτά του για
αυτό το οποίο κάνει!
Υπό μία άλλη οπτική γωνία, το σύνολο των νούμερων που
παρουσιάστηκαν μοιάζει με ένα κολλάζ από παλιές φωτογραφίες, άλλες ασπρόμαυρες,
άλλες ξεθωριασμένες Polaroid του ‘70 και μερικές τραβηγμένες με ψηφιακή μηχανή.
Κολλάζ, το οποίο ίσως βάλει τον θεατή να αναλογιστεί ότι σε κάποιες από αυτές
μπορεί να βρισκόταν και ο ίδιος, ίσως όχι στο προσκήνιο μαζί με τους
πρωταγωνιστές, αλλά λίγο πιο πίσω, ως τυχαία περαστικός. Είμαι βέβαιος ότι,
όπως και σε μένα, έτσι και στους υπόλοιπους θεατές, δόθηκαν αρκετές αφορμές για
να ανατρέξουν σε περιστατικά της ζωής μας, τα οποία μας θύμισαν οι σκηνές του έργου.
Όλα τα ανωτέρω, αν και είχαν σαφείς δεσμούς με το παλιό,
ήταν εμπλουτισμένα με στοιχεία από τη σύγχρονη πραγματικότητα, πράγμα το οποίο
σε κάνει να σκέφτεσαι πόσο αρμονικά μπορούν να δέσουν οι δύο αυτοί κόσμοι, αλλά
κι ότι ο Έλληνας, τελικά, δεν αλλάζει. Η σκέψη μου επιβεβαιώθηκε λίγο αργότερα,
καθώς έβλεπα τον ηλικιωμένο κύριο στο μπροστινό κάθισμα να ψάχνει κάτι στο
smartphone του, κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.
Φυσικά, αυτό δε θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα στη
σκηνή χωρίς τη συνεργασία της θεατρικής ομάδας. Τρεις γενιές ηθοποιών έπαιξαν
τους ρόλους τους - τόσο τους στενούς της παράστασης όσο και αυτούς της ηλικίας
τους - με εξαιρετικά πειστικό τρόπο, όχι μόνο ως μονάδες, αλλά, κυρίως, ως
σύνολο, δημιουργώντας το επιτυχημένο δέσιμο του παλιού με το νέο, το οποίο
διατρέχει όλη την παράσταση. Εν ολίγοις, εξαιρετικές παρουσίες με χαρακτήρα, ο
οποίος υποστήριζε το ρόλο τους.
Άπαντες ήταν απολαυστικότατοι· Γέλασα και το ευχαριστήθηκα!
Κλείνοντας, θεωρώ ότι η παράσταση πέτυχε τον σκοπό της,
καθ'ότι, κατά τη διάρκεια της, μεταφέρθηκα (πράγμα δύσκολο για ένα άτομο με
τεχνοκρατική προσέγγιση στα πράγματα) σε έναν άλλο κόσμο, και πιο παλιό, αλλά
και, σε κάποια σημεία, άγνωστο για την νεώτερη γενιά...
Μια έντιμη παράσταση, σε ένα σχετικά μικρό θέατρο, στο
κέντρο της θεατρικής περιοχής της Κυψέλης, με ένα ζεστό φουαγιέ-μπαρ,
ιδανικό για να πιείς και ένα ποτό πριν την θέαση.
Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013
Αβλεψία ασυγχώρητη!
Αθήνα 26 Δεκεμβρίου 2013
Κυρία Γεωργακάκη
Σήμερα, 26/12, ημέρα της γιορτής μου
(Μανώλης), ένας σημαντικός άνθρωπος και εκλεκτός φίλος, μου έφερε σαν δώρο το
βιβλίο σας για την επιθεώρηση. (1894-2014. Η εφήμερη γοητεία της επιθεώρησης,
εκδ. Polaris,
2013). Ίσως για να με τιμήσει για τα 52 μου χρόνια στο θεατρικό στίβο, εκ των
οποίων τα 40 τα υπηρέτησα στην παλιά καλή επιθεώρηση.
Η χαρά μου ήταν μεγάλη
για το δώρο αυτό που με την άψογη εκδοτική του εμφάνιση με κέντρισε να το
διαβάσω αμέσως.
Να σημειώσουμε ότι ο
φίλος αυτός είχε δει και την παράστασή μου τη φετινή στο Στούντιο Κυψέλης που σκηνοθέτησα και παίζω την επιθεώρηση «Καμπαρέ…
Ελλάς» εδώ και 3 μήνες. Και είναι η μοναδική επιθεώρηση που παίζεται τώρα στην
Αθήνα.
Ξεφύλλισα από την πρώτη
στιγμή με ανυπομονησία το βιβλίο και με έκπληξη διαπίστωσα ότι το δικό μου
όνομα σαν ηθοποιού και μάλιστα με την μεγαλύτερη χρονική θητεία στην επιθεώρηση
αγνοείται παντελώς! Δεν αναφέρεται
πουθενά!
Είχα την μεγάλη τύχη
και την τιμή να ντεμπουτάρω στην επιθεώρηση σαν νέος ηθοποιός μετά την 5ετη
θητεία μου στο θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου, όπου με ξεχώρισε ο μεγάλος Μίμης
Τραϊφόρος και μου ανέθεσε ένα σόλο και ένα ντουέτο με την αξεπέραστη αρτίστα
της επιθεώρησης, την Άννα Καλουτά.
Ήταν το 1969, στην
επιθεώρηση του θεάτρου Βέμπο «Η ΑΘΗΝΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ… Η ΑΘΗΝΑ ΠΟΥ ΗΡΘΕ». Στο ντουέτο
υποδυόμουν τον Τζον Λένον και η Καλουτά τη Γιόκο Όνο. Από το 69 λοιπόν ως
σήμερα, εξακολουθώ να υπηρετώ την επιθεώρηση σαν σολίστας και πρωταγωνιστής
στην Αθήνα και σε περιοδείες σε Ελλάδα και εξωτερικό, σε περισσότερες από 50
επιθεωρήσεις.
Συνεργάστηκα με όλα τα
ιερά ονόματα του δυσκολότατου αυτού είδους, όπως: Μίμη Φωτόπουλο, Νίκο
Σταυρίδη, Άννα Καλουτά, Σοφία Βέμπο, Διον. Παπαγιαννόπουλου, Ρένα Ντορ, Αλέκο
Λειβαδίτη, Τάκη Μηλιάδη, Γιάννη Φέρμη, Ρένα Βλαχοπούλου, Κούλη Στολίγκα, Κώστα
Χατζηχρήστο, Νίκο Ρίζο, Γιάννη Γκιωνάκη, Ραφαήλ Ντενόγια, Περικλή Χριστοφορίδη,
Μαρίκα Νέζερ, Ντίνο Ηλιόπουλο και πολλούς άλλους που δεν φτάνει ο χώρος να τους
καταγράψω.
Επίσης, με σπουδαίους
συγγραφείς: Αλέκο Σακελάριο, Ναπ. Ελευθερίου, Ηλία Λυμπερόπουλο, Κώστα
Πρετεντέρη, Μίμη Τραϊφόρο, Νίκο Αθερινό, Κώστα Νικολαΐδη, Γιώργο Λαζαρίδη,
Ασημακόπουλο, Σπυρόπουλο, Παπαδούκα, Γιάννη Καλαμίτση, Λάκη Μιχαηλίδη, Στέφανο
Σακελλάρη, Βασίλη Χριστοδούλου και άλλους.
Καθώς και με τεράστιους
μαέστρους και συνθέτες: Μενέλαο Θεοφανίδη, Γ. Μουζάκη, Ζακ Ιακωβίδη, Γ.
Θεοδοσιάδη, Σπ. Παπαβασιλείου, Βαγγ. Λυκιαρδόπουλο, Αλέκο Λασκαρίδη, Γιώργο
Κατσαρό, Μάνο Λοΐζο, Σταύρο Ρουχωτά, Νικηφόρο Ρώτα και άλλους.
Σέβομαι τον τίτλο σας
σαν επίκουρης καθηγήτριας Πανεπιστημίου αλλά απορώ με την άγνοιά σας σαν
θεατρολόγου, σε ένα τόσο σημαντικό κεφάλαιο του ελληνικού θεάτρου. Που παρότι
τώρα νοσεί, υπάρχουν ακόμα κάποιοι ηρωικοί θεατρίνοι, σαν τον γράφοντα, που
αντιστέκονται και το στηρίζουν.
Πάντοτε ήμουν χαμηλών
τόνων και δεν με ενδιέφεραν οι «παράτες» αλλά απορώ με την απαξίωση προς το
πρόσωπό μου και τη θητεία μου ειδικά στο είδος που λατρεύω και υπηρετώ πλέον
από 40 χρόνια. Αυτό θεωρείται ασέβεια προς έναν καλλιτέχνη που ακόμα πατάει
γερά το σανίδι. Έτσι συμβάλλετε στην αναξιοκρατία και θυμίζετε το γνωστό: «Η
Ελλάδα τρώει τα παιδιά της».
Παράλληλα, αναφέρω και
κάποια από τα έργα που έχω παίξει όλα αυτά τα χρόνια, όπως:
Το «Ημερολόγιο ενός
τρελού», το 1997, στο θέατρο Αναλυτή
Τον «Δον Κιχώτη», το
2000 και το 2008, στο θέατρο Αλίκη
Τον «Σωφέρ της κας
Ντέιζι», το 2009, στο θέατρο Ελπίδας.
Τον μονόλογο της Τούλας
Μπούτου «Τα ρολόγια της ζωής μου», το 2009, στο θέατρο Αργώ.
Τη ζωή του Γεωργίου
Δροσίνη, της Τούλας Μπούτου στο έργο «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη», στο
θέατρο Τριανόν.
Και πολλά άλλα έργα
πρόζας και επιθεώρησης.
Τίποτα απ’όλα αυτά δεν
έπεσε στην αντίληψή σας ώστε να κεντρίσει το ενδιαφέρον για να θυμηθείτε την
ύπαρξή μου ως ηθοποιού;
Θέλω επίσης να σας
επισημάνω και κάποια σοβαρά λάθη. Όπως στη σελίδα 343 που αναφέρεστε στον Λάκη
Μιχαηλίδη ενώ η φωτογραφία ανήκει στον Ηλία Λυμπερόπουλο με τον οποίο είχα
συνεργαστεί στο Ακροπόλ (1970) και
στο Rex (1971) και είχα παίξει
σόλο νούμερά του με επιτυχία.
Σε σας τους ειδικούς
καθηγητές θεατρολόγους που τους δίδεται η τιμητική ευκαιρία να γράφουν την
ιστορία του θεάτρου, εναπόκειται και η υποχρέωση να φροντίζετε να μην μας
απογοητεύετε!
Μανώλης
Δεστούνης
Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013
Μισό αιώνα στο σανίδι, δίπλα στους θρύλους της ελληνικής κωμωδίας
Ηλίας Μαραβέγιας
08.12.2013
«Καμπαρέ... Ελλάς». Μια επιθεώρηση
με άρωμα παλιάς Αθήνας ανεβαίνει στο Studio Κυψέλης. Πρωταγωνιστεί ο Μανώλης
Δεστούνης, σημαντικός ηθοποιός και άριστος γνώστης του συγκεκριμένου θεατρικού
είδους. «Εχω 51 χρόνια στο σανίδι. Τα 40 από αυτά έκανα επιθεώρηση» λέει ο
ίδιος στην «κυριακάτικη δημοκρατία». Εχει, λοιπόν, πολλές ιστορίες να μοιραστεί
μαζί μας από τις συνεργασίες του με «ιερά τέρατα» της τέχνης, όπως ο Νίκος
Σταυρίδης, ο Μίμης Φωτόπουλος, η Αννα Καλουτά, ο Κώστας Χατζηχρήστος και η Ρένα
Βλαχοπούλου.
«Η επιθεώρηση μας ήρθε από τη
Γαλλία σαν ρεβί, ένα θέαμα που συνδυάζει χορό, μουσική και σκετς. Οι Ελληνες,
ωστόσο, την αφομοιώσαμε. Κρατώντας τα βασικά στοιχεία του γαλλικού είδους, όπως
ο καταιγιστικός ρυθμός, οι εναλλαγές στα νούμερα και το τραγούδι, δώσαμε
μεγαλύτερη έμφαση στην απεικόνιση της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας
σατιρίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις. Με τα χρόνια την κάναμε ελληνικό θεατρικό
είδος, και μάλιστα ατόφιο» συνεχίζει ο Μανώλης Δεστούνης, ξετυλίγοντας το
κουβάρι της ιστορίας ενός θεάματος που φανέρωνε κάποτε τον παλμό του πλήθους
γνωρίζοντας μεγάλες δόξες.
«Παλιά ο κόσμος μάθαινε τα νέα από την επιθεώρηση. Τα τραγούδια πρώτα γίνονταν επιτυχίες στη σκηνή κι έπειτα τα ηχογραφούσαν σε δίσκους. Και μιλάμε για διαμάντια που ακούγονται μέχρι σήμερα, όπως “Το τραμ το τελευταίο”, που τραγούδησαν για πρώτη φορά η Σπεράντζα Βρανά και ο Νίκος Ρίζος σε αθηναϊκή επιθεώρηση».
Το ξεκίνημά του στο θέατρο τον βρήκε να παίζει στο πλευρό του Μίμη Φωτόπουλου, ο οποίος ήταν και δάσκαλός του στη Σχολή Θεοδοσιάδη. «Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι η γαλήνη και η ψυχραιμία του. Ο πολύς κόσμος τον είχε γνωρίσει σαν μάγκα, λόγω και της αλησμόνητης ατάκας του “θα κααάθομαι”. Ηταν πολύ μορφωμένος άνθρωπος, σχεδόν σοφός. Είχε γράψει διηγήματα, ποιήματα, μυθιστορήματα, ζωγράφιζε. Και φυσικά ήταν από τους μεγαλύτερους κωμικούς μας. Είχα την τύχη να με επιλέξει να παίξω μαζί του πριν ακόμη τελειώσω τις σπουδές μου. Μου έβγαλε μάλιστα ειδική, προσωρινή άδεια γι' αυτόν τον λόγο. Παλιά, που υπήρχε η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος για τους ηθοποιούς, εκείνοι που σπούδαζαν ακόμη δεν επιτρεπόταν να βγουν στη σκηνή και να μιλήσουν. Μόνο βωβούς ρόλους μπορούσαν να κάνουν. Ο Φωτόπουλος όμως βρήκε το... παραθυράκι, κι έτσι πρωτοπάτησα μαζί του στο σανίδι το 1963».
Η επιτυχία
Ολοκληρώνοντας τις σπουδές στη σχολή, το 1965, τον φώναξε ο Μίμης Τραϊφόρος να παίξει στην επιθεώρηση «Η Αθήνα που έφυγε, η Αθήνα που ήρθε». Τον θίασο στελέχωναν κολοσσιαία ονόματα, όπως η Αννα Καλουτά, ο Ντίνος Ηλιόπουλος και ο Τάκης Μηλιάδης. Ο Μανώλης είχε αρχίσει ήδη να γίνεται γνωστός από το σινεμά κι ο Τραϊφόρος ξεχώρισε το όνομά του στη μαρκίζα ως ανερχόμενο ταλέντο.
«Σ' αυτή την παράσταση είχα ένα ωραίο ντουέτο με την Αννα Καλουτά. Ηταν η εποχή που ο Τζον Λένον και η Γιόκο Ονο είχαν έρθει στην Αθήνα, στο πλαίσιο μιας περιοδείας ειρήνης που έκαναν σε όλα τα κράτη. Η Καλουτά με επέλεξε από το τσούρμο για να κάνω το Λένον κι εκείνη υποδύθηκε την Ονο. Το νούμερο είχε διάρκεια μισή ώρα και λεγόταν “Πορεία ειρήνης διά της ξάπλας”. Γνώρισε μάλιστα τόσο μεγάλη επιτυχία, που το 1969 επαναλήφθηκε σε άλλη επιθεώρηση με μένα και τη Μαρίνα Παυλίδου. Η ανεπανάληπτη Αννα Καλουτά με βοήθησε πάρα πολύ στο ξεκίνημά μου. Στο νούμερο με τον Λένον μού έκανε επτά ώρες πρόβες κάθε μέρα. Ωφελήθηκα από την επιμονή και τη διδασκαλία. Ακόμη κι από τη χαριτωμένη γκρίνια της κέρδισα πράγματα. Μέχρι και πάνω στη σκηνή μού έκανε παρατηρήσεις. Μου έλεγε, για παράδειγμα, “όχι έτσι το πόδι” και μετά συνεχίζαμε το νούμερο».
Το... ατύχημα της Ρένας πάνω στη σκηνή και η αποθέωση που ακολούθησε (από τους θεατές)
Με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Νίκο Σταυρίδη ο Μανώλης έκανε πολλές συνεργασίες. «Δεν μπορώ να σας περιγράψω τι έχω περάσει μαζί τους. Αυτή την εποχή τελειώνω ένα βιβλίο, «Οδοιπορικό ενός κωμωδού» το ονομάζω, κι έχω βάλει μέσα πολλά στιγμιότυπα από την πορεία μου δίπλα σε όλους αυτούς τους σπουδαίους καλλιτέχνες. «Ο Σταυρίδης, εκτός από εκπληκτικός ηθοποιός, είχε και μεγάλο χαβαλέ στην παρέα. Οταν βγαίναμε για φαγητό ή διασκέδαση μετά το θέατρο γινόταν χαμός. Κάναμε καινούργια συκώτια από το γέλιο που μας προκαλούσε ο Σταυρίδης με τις πλάκες του».
Οσο για τη Ρένα; «Ηταν μια τρέλα, ένας θηλυκός κλόουν με ανεπανάληπτο και πηγαίο χιούμορ. Εκανα μαζί της την “Κόμισσα της Κέρκυρας” στο σινεμά και, παρόλο που βγαίναμε με κοινές παρέες, είχα σεβασμό απέναντί της και τη φώναζα πάντα κυρία Ρένα. “Ελα, ωρέ τρελοκεφαλλονίτη, Ρένα να με λες, Ρενούλα, εδώ κάνουμε παρέα” με παρότρυνε. Εγώ όμως επέμενα στο “κυρία Ρένα”. “Μπα, που να μπει ο διάολος μέσα σου” μου έλεγε. Με αγαπούσε η Ρένα και με βοηθούσε. Οταν συνεργαστήκαμε στο Ακροπόλ, κάθε βράδυ που τελειώναμε το νούμερό μας έλεγε στον κόσμο: “Είδατε ταλέντο ο Κεφαλλονίτης;”»
Ενα κορυφαίο γεγονός που θυμάται ο Μανώλης Δεστούνης με τον ίδιο και τη Βλαχοπούλου επί σκηνής ήταν στο Ρεξ το 1971. «Υπήρχε φτώχεια τότε και η Ρένα έκανα πλάκα με τον κόσμο λέγοντας: “Ολους φράπες σάς βλέπω και με κοιλίτσες, άρα τρώτε καλά”. Σε ανύποπτο χρόνο τη σκουντάω και της λέω μια ατάκα που δεν υπήρχε στο κείμενο: “Κι εγώ τρώω καλά;” Φαίνεται ότι της φάνηκε πολύ αστεία η ερώτηση, επειδή ήμουν φοβερά αδύνατος, κι έβαλε τα γέλια. Το νούμερο σταμάτησε, γελούσε η Ρένα, γελούσα εγώ, ο κόσμος χειροκροτούσε γελώντας. Κάποια στιγμή, βλέπω μια... λιμνούλα γύρω από το ωραίο μάξι φόρεμα που φορούσε. “Κατουρήθηκα η π... α” είπε γελώντας ακόμη κι έφυγε από τη σκηνή. Ο κόσμος από κάτω είχε πάθει αμόκ, χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε».
«Ο Καραμανλής έβλεπε συνέχεια τον Ζήκο»
Εξίσου δυνατή ήταν και η σχέση του με τον Κώστα Χατζηχρήστο. «Μια φορά που παίζαμε μαζί στο Ακροπόλ, τον παίρνει τηλέφωνο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής από το Παρίσι, όπου βρισκόταν το 1970, και του λέει κάνοντας χιούμορ: “Ελα, ρε Κώστα, γιατί δεν με έχεις αναφέρει τώρα τελευταία στην επιθεώρηση;” Το επόμενο βράδυ ο Χατζηχρήστος έβαλε προσθήκη για χάρη του στο νούμερό του. Ηταν μεγάλος θαυμαστής του Χατζηχρήστου ο Καραμανλής. Εβλεπε δύο φορές την εβδομάδα την αγαπημένη του ταινία “Της κακομοίρας” με τον Ζήκο. Σπουδαίο ταλέντο κι ο Χατζηχρήστος. Αν είχε κάνει αυτή την ταινία στην Αμερική, θα είχε γίνει ανώτερος του Τσάρλι Τσάπλιν και θα έπαιρνε και Οσκαρ. Επίσης ήταν καλό παιδί και γαλαντόμος. Κάθε βράδυ τάιζε 20 άτομα, κυρίως άνεργους συναδέλφους του».
«Οι βωμολοχίες κατέστρεψαν τις παραστάσεις. Εμείς τώρα επιστρέφουμε στις παλιές συνταγές»
Για τον Μανώλη Δεστούνη η εποχή της παλιάς, καλής αθηναϊκής επιθεώρησης άρχισε να φθίνει στο τέλος της δεκαετίας του 1970, όταν είχαν φύγει πια από τη ζωή ή αποσυρθεί τα καλλιτεχνικά θηρία που αναφέραμε παραπάνω και πολλά ακόμη. «Προσπάθησαν τότε να δημιουργήσουν μια νέα επιθεώρηση, βάζοντας στα κείμενα βωμολοχίες. Αυτό την κατέστρεψε. Και, δυστυχώς, ο κόσμος γέλαγε τότε με τον Στάθη Ψάλτη και άλλους, που δεν θέλω να ονομάσω για να μην τους κάνω και διαφήμιση» λέει ο ηθοποιός, που φέτος σκηνοθετεί κιόλας την παράσταση «Καμπαρέ... Ελλάς».
Στόχος του μέσα από αυτή είναι να ταξιδέψει τους θεατές σε επιθεωρήσεις του παλιού καλού καιρού με ποιότητα και χιούμορ. «Βασίζεται σε παλιά νούμερα, τα οποία φρεσκαρίστηκαν και παραμένουν συγκλονιστικά επίκαιρα. Παίρνεις ένα κείμενο που γράφτηκε πριν από 40 χρόνια, αλλάζεις τα ονόματα των πολιτικών και παίζει όχι μόνο τώρα, αλλά και σε 100 χρόνια από τώρα. Αυτή τη δύναμη είχαν οι πένες του Σακελλάριου, του Ελευθερίου, του Τραϊφόρου και πολλών άλλων δημιουργών» υπογραμμίζει ο Δεστούνης, ο οποίος είναι και διευθυντής στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου.
Για τις ανάγκες της παράστασης γράφτηκαν και έξι καινούργια νούμερα από τον ίδιο και την Τούλα Μπούτου, τα οποία θυμίζουν επίσης την παλιά, καλή επιθεώρηση. Οσο για τον τίτλο της; «Είναι αλληγορικός και μεταφορικός. Χρησιμοποίησα τη λέξη “καμπαρέ” για να μη βάλω κάτι άλλο. Μας πετσοκόβουν μισθούς και συντάξεις την ώρα που υπάρχει φοβερή ακρίβεια παντού. Ζούμε σε μια δύσκολη εποχή, αλλά ο κόσμος θέλει το γέλιο κι εμείς το προσφέρουμε».
Info: «Καμπαρέ... Ελλάς», Studio Κυψέλης (Σπετσοπούλας 9 & Κυψέλης). Από Παρασκευή ως Κυριακή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



